διαπάλη

διαπάλη [pron. full] [πᾰ], ,
A hard struggle,

διαπάλαι πολέμου Plu.Cor.2

, cf. 2.50f.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαπάλη — η πάλη, έντονος ανταγωνισμός με σκοπό την επικράτηση, τη νίκη: Μέσα μου γίνεται διαπάλη αγάπης και μίσους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαπάλη — η σκληρός και τραχύς αγώνας, έντονος ανταγωνισμός …   Dictionary of Greek

  • διαπάλαις — διαπάλη hard struggle fem dat pl διαπά̱λαις , διαπάλλω brandish aor part act masc nom/voc sg (doric aeolic) διαπά̱λαις , διαπάλλω brandish aor opt act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμάχη — η (AM διαμάχη και διαμάχησις, εως) φιλονικία, διένεξη, διαπάλη αρχ. πόλεμος, αγώνας …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.